Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Melvins. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Melvins. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Διασκευές Melvins, Μέρος Τρίτο


Τα πέρνουμε χοντρά από τους Melvins. Δεν θα πώ τίποτα άλλο και δεν πρόκειται ξανά να προλογίσω κείμενο για αυτούς. Στα παρασύνθημα λοιπόν. Μιάς και αυτό είναι το τρίτο μόλις κείμενο για τις διασκευές των υποφαινόμενων, θα συνεχίζω επιλέγοντας το ‘With Yo’ Heart (Not Yo’ Hands)’ των Malfunkshun για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι γιατί μου έγινε προσωπική παραγγελειά, και ο δεύτερος είναι πως ο συνδυασμός του punk των Flipper, του rock του Sir McCartney (τώρα και στη Γαλλία) και του sleazy-proto grunge των Malfunkshun δημιουργούν ένα μίγμα που μόνο οι Melvins θα μπορούσαν να καταφέρουν να το δημιουργήσουν, να το πακετάρουν και το παραδώσουν σε εμάς, χωρίς να σκάσει στα χέρια τους, αλλά στα αυτιά μας.

 Οι Malfunkshun δημιουργήθηκαν το 1980 από τα αδέρφια Andrew και Kevin Wood, και πρόλαβαν να ηχογραφήσουν λίγα πράγματα, όπως το ‘With Yo’ Heart (Not Yo’ Hands)’ το οποίο κυκλοφόρισε στη βαρύτατης σημασίας συλλογή ‘Deep Six Compilation’ το 1986 από τη C/Z records. Ο Andrew Wood, το 1988 συγκροτεί τους πιό γνωστούς Mother Love Bone, και παραμένουν ενεργοί μέχρι το θάνατο του το 1990, από υπερβολική δόση. Επειδή ως blog λατρεύουμε το πως περιπλέκονται τα ονόματα, οι χρονολογίες και οι μουσικές, θα αναφέρω δύο-τρείς πολύ σημαντικές πληροφορίες που μπορεί να σώσουν τη ζωή σας κάποια στιγμή.

Στη συγκεκριμένη συλλογή, η οποία στο είδος της έπαιξε σημαντικό ρόλο στον ήχο της σκηνής του Seattle, συμμετέχουν και οι Melvins με 4 τραγούδια (εκ των οποίων τα 2 μπήκαν μετέπειτα στο δίσκο τους ‘26 Songs’). Όλα αυτά, ένα χρόνο πριν τη κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου ‘Gluey Porch Treatments’ (1987).Δύο μήνες μετά τη κυκλοφορία του ‘Deep Six’ η εταιρία Sub Pop κάνει και εκείνη μία παρόμοια κίνηση και κυκλοφορεί τη συλλογή ‘Sub Pop 100’ πάλι με συκροτήματα παρόμοιων alternative, για την εποχή, προσανατολισμών. Το 1990 λοιπόν οι Melvins ήταν να κυκλοφορίσουν σε εφταράκι τη διασκευή στο ‘With Yo’ Heart (Not Yo’ Hands), μέσω της Sub Pop, αλλά λόγω οικονομικών διαφορών τελικα η συνεργασία ακυρώνεται. Για να μη το κουράζω, το 7’’ κυκλοφορεί τελικά από τη Sympathy For the Record Industry,με τη προσθήκη του δίλεπτο τραγουδιού ‘Anal Satan’ στο οποίο εκφράζονται οι απόψεις του συγκροτήματος για τους ιδιοκτήτες της Sub Pop.

Τέλος, στο ‘Deep Six’ κάνουν τη παρθενική τους εμφάνιση και οι Soundgarden. Η ιστορία λέει πως ο Chris Cornell, τραγουδιστής και ενίοτε κιθαρίστας των Soundgarden, ήταν συγκάτοικος με τον Andrew Wood, του οποίου ο πρόωρος θάνατος αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους της δημιουργίας του συγκροτήματος-φόρος τιμής Temple of the Dog, και από εδώ και έπειτα τα πράγματα αποκτούν παγκόσμια εμβέλεια.

Οκ, δεν είμαι ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να αναπτύξω το φαινόμενο grunge, αλλά η περίπτωση του κύριου Andrew Wood είναι από αυτές που αφήνουν μια πικρή γεύση. Ακόμα ένας νέος και ταλαντούχος άνθρωπος, θύμα και θύτης στη ζωή του. Σε κάνει και σκέφτεσαι αν αξίζει να χαθεί έτσι κάποιος, με το μόνο που μένει να είναι καύσιμα στη πυρά του Sex Drugs and Rock 'n Roll, και μία ελάχιστη κληρονομιά.


Enjoy, with your heart not your hands…

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Καρακλάσσικ Αυγούστου 2012: The Melvins - Houdini (1993)


Απόλυτα προσηλωμένος στην underground γραμμή μου, ήταν απλά θέμα χρόνου για να ασχοληθώ με το μοναδικό φαινόμενο που ακούει στο όνομα "Melvins". Οι Melvins γενικά χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στο πολυαγαπημένο μας μπλογκ αφού ουκ ολίγες φορές έχουν αποκαλυφθεί και παρουσιαστεί διάφορες πτυχές (από τις άπειρες που έχουν) του συγκροτήματος, εδώ όμως το πάω λίγο παραπέρα και αφού ταλαντεύτηκα ανέμεσα σε 2-3 ακόμα αριστουργήματα που έχουν κυκλοφορήσει, επέλεξα την εύκολη λύση, δηλαδή τον πιο γνωστό και -κατά γενική ομολογία- καλύτερο δίσκο τους.

Ακόμα δεν ξέρω αν πρόκειται για τον πιο αγαπημένο μου δίσκο των Melvins, είναι η αλήθεια. Βασικά νομίζω ότι ανάλογα με τη διάθεση και την εκάστοτε ψυχοσύνθεση στην οποία βρίσκομαι, τον ρόλο του "αγαπημένου δίσκου" θα τον αναλαμβάνει κάθε φορά και ένας διαφορετικός. Το "Houdini" όμως, για κάποιο λόγο, πάντα θα μου βγάζει λιιιιιιίγο πιο έντονα, αυτή την αίσθηση του ότι είναι πραγματικά ένα τεράστιο άλμπουμ. Μπορεί να λατρεύω το "Lysol" με τις παρανοϊκές και πρωτόλειες σλατζοντροουνιές του, το "Bullhead" για τον τρόπο που εξέλιξαν τον ακατέργαστο -αλλά φυσικά ευφάνταστο- ήχο των "Gluey Porch Treatment" και "Ozma", το "Stoner Witch" για την ατόφια stoner μαγκιά του, αλλά πάντα όταν ακούω το "Houdini", θα βρω σημεία που θα με κάνουν να βροντοφωνάξω ότι αυτό το πράγμα είναι ό,τι καλύτερο έχω ακούσει στη ζωή μου.

Και πώς να μην είναι; Από ΄που και να πιάσεις αυτή την τελειότητα, η έμπνευση ξεχειλίζει. Πάρε τα riffs του King Buzzo και δες με τι μαεστρία διαδέχεται το ένα το άλλο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και το καθένα από αυτά έχει την ικανότητα να σε κολλάει στον τοίχο με χαρακτηριστική ευκολία. Και αυτό αν και τη σήμερον ημέρα πιθανόν να μη φαντάζει και σαν τεράστιο επίτευγμα, όταν μιλάμε για το '93, δεν υπάρχουν και πολλοί κιθάριστες οι οποίοι γράφουν τόσο κολλητικά, γαμημένα groovy hooks. Άντε κάνας Homme, κάνας Pike και μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα, το μπάσο της Lorax -στο μοναδικό στούντιο άλμπουμ που ηχογράφησε με τους Melvins- προκαλεί τριγμούς, ενώ ο άρχοντας Dale Crover, πίσω από τύμπανα κάνει τα δίκα του, ρίχνοντας άλλοτε το ρυθμό στα τάρταρα και άλλες φορές δίνει μια εκπληκτική φρενίτιδα που κάνει τους υπόλοιπους να τρέχουν σαν λυσσασμένα σκυλιά για να τον προφτάσουν.

Όλα τα παραπάνω συντελούν στη δημιουργία ενός από πιο σημαντικούς δίσκους της δεκαετίας του '90. Πάνω στην έξαρση του grunge, οι Melvins έρχονται με τις αρχιδάτες και υπερ-heavy κιθάρες τους να δείξουν ότι δεν είναι σαν όλους τους άλλους. Έρχονται και βάζουν και αυτοί το λιθαράκι τους στα τότε θεμέλια του τωρινού μαστουριάρικου stoner πύργου. Κάνουν το doom να ακουστεί πιο groovy από ποτέ. Αποδεικνύουν με τον εκκωφαντικό τρόπο ότι ο χαβαλές μπορεί να χωρέσει στη μουσική αρκεί να μη χάνεις τον στόχο. Παρουσιάζουν μια παράνοια που ακόμα και τώρα είναι δυνατόν να προκαλέσει ημικρανίες. Και πάνω απ' όλα γράφουν μια ντουζίνα (+1 αλλά δεν πιάνεται γιατί είναι άλλη φάση) κομματάρες που κολλάνε στο μυαλό ακόμα και με μόλις μία ακρόαση. Κομμάτια που ακόμα και σήμερα προκαλούν παροξυσμό όταν τα παίζουν live.

Οι Melvins μάλλον είναι το καλύτερο συγκρότημα στον κόσμο. Χωρίς πλάκα. Η επιρροή που έχουν ασκήσει δεν χωράει σε αριθμούς και λέξεις. Και αυτό το χρωστάνε σε τεράστιο βαθμό σε τούτο εδώ το αραβούργημα (γιατί περί αυτόυ πρόκειται) θορύβων που επισφραγίζει το καρακλασσικό cult status τους και περνάει στην ιστορία με συνοπτικές διαδικασίες. Μόνο δέος. Τίποτ' άλλο.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Διασκευές Melvins, μέρος δεύτερο

                                           Those who are afraid to live // They demand a sacrifice
Τι μουσική παίζουν οι Melvins; Οι πιο εύκολες ερωτήσεις συνήθως έχουνε και τις πιο δύσκολες απαντήσεις. Οι ίδιο δηλώνουν πιο επηρεασμένοι απο τους Black Flag, και θέλησαν να αντιγράψουν το hardcore/punk τους, χαμηλώνοντας της ταχύτητες και αυξάνοντας τον όγκο. Γενικότερα, οι Melvins ανήκουν σε μια γκρίζα περιοχή και μπορείς να πείς πως είναι πολλά πράγματα, ή και πάλι όχι. Νομίζω οποιοσδήποτε fan τους θα συμφωνήσει, ένας από τους λόγους που τους κάνουνε τόσο αγαπητούς, μεταξύ άλλων, είναι και η αίσθηση αποκρυπτογράφησης που δημιουργεί στον ακροατή.

 Τι σχέση έχει αυτό με τον σημερινό, δεύτερο μέρος, του αφιερώματος; Απλό. Ενα συγκροτήμα, το οποίο οι Melvins έχουν επιλέξει αρκετές φορές να διασκευάσουν, ανήκει και αυτό σε αυτή την γκρίζα ζώνη. Μιλάω για τους Flipper. Την εποχή λίγο μετά την πτώση του πρώτου κύμματος του punk, δημιουργήθηκαν αρκετές τάσεις. Πέρα λοιπόν από αυτούς που επέλεξαν να συνεχίσουν να ανεμίζουν το μαύρο λάβαρο του punk, υπήρξαν – και υπάρχουν-  κάποιοι που θέλησαν να ‘πειράξουν΄λίγο τον ήχο. Οι Flipper λοιπόν δημιουργήθηκαν το 1979 στο San Francisco και κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, το Album – Generic Flipper, το 1982. Αργοί και heavy για την εποχή και για την σκήνη από την οποία προέρχονταν, άφησαν ανεξίτηλο σημάδι σε μια γενιά μουσικών που στις αρχές των 80’s είχαν τα αυτιά και τις καρδιές τους ανοιχτές.

 Οι Melvins έχουν κάνει αρκετές διασκευές σε τραγούδια της συγκεκριμένης μπάντας ( Someday, Way of the World, Love Canal), επέλεξα το Sacrifice όμως, γιατί προσφέρει και μια ιδέα για την αυθεντική εκτέλεση, αλλά και μέρος της αρρώστιας τους. Οι Melvins το κυκλοφόρισαν το 1992 στο δίσκο Lysol, η αυθεντική εκτέλεση είναι από τον δίσκο Gone Fishin’ του 1984.


Δωράκι

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Διασκευές Melvins, μέρος πρώτο.

Melvins. Κανονικά θα έπρεπε να προλογίσω αυτό το αφιέρωμα λέγοντας πόσο σημαντικό συγκρότημα είναι οι Melvins, πόσο μπροστά είναι οι Melvins, πόσο αυτό και πόσο εκείνο. Αν αξίζει να αναφερθεί ένα πράγμα μόνο, που για εμένα προσωπικά έχει νόημα τότε αυτό είναι πως οι Melvins αποτελούν ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα που και οι τέσσερεις μας που γράφουμε στο blog αυτό, γουστάρουμε. Οι Melvins λοιπόν, είναι αυτοί που είναι, και ένα μικρό κομμάτι από αυτό που είναι, θα προσπαθήσω να το αναλύσω με αυτό εδώ το πρώτο μέρος ενώς αφιερώματος, φόρο τιμής στις διασκευές που κατά καιρούς έχουν ηχογραφήσει ή εκτελέσει ζωντανά. Μιάς και έχουν κάνει πάνω από 20 διασκευές, και επειδή δεν βιαζόμαστε, θα ξεκινήσω με το κομμάτι εκείνο που παίξανε στο Rodeo, σε εκείνο το εκπληκτικο διήμερο που μας προσέφεραν.

Το Let me roll it είναι απο τα πιο αναγνωρισμένα τραγούδια, του πιο γνωστού και καλού δίσκου που μπόρεσε να κυκλοφορίσει μέλος των Beatles μετά την διάλυση τους. Το Band On The Run (1973) έτυχε πολύ καλής υποδοχής απο το γενικότερο φιλοθεάμον κοινό, μιάς και πρώτα απ'όλα, ο McCartney ήταν (και είναι) κάτι παραπάνω από απλά γνωστός. Λογικό λοιπόν να υπάρχει πάντα ντόρος για τις κυκλοφορίες του, είδικά στα 70's όπου τα χρόνια όπου οι Beatles μεσουρανούσαν δεν αποτελούσαν και τόσο μακρινό παρελθόν. Επιπλέον στο εξώφυλλο του δίσκου, που πλέον θεωρείται κλασσικό, ποζάρουν διάφοροι 'σελέμπριτις' της επόχης, μεταξύ άλλων και ο Christopher Lee (αυτός θα τους θάψει). Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειωθεί είναι πως ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο Λάγκος της Νιγηρίας, καθώς η 'μόδα' της εποχής ήταν οι μουσικοί με το αντίστοιχο βαλάντιο του Sir να επιλέγουν εξωτικούς προορισμούς για να βγάζουν τον δίσκο τους. Τέλος, όσων αφορά το Band on the Run τουλάχιστον, είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ και αξίζει όποιος ενδιαφέρεται να αφιερώσει κάμποσο χρόνο για την ακρόαση του.
Κλείνουμε την καταπακτή του χωροχρόνου λοιπόν γρήγορα γρήγορα και επιστρέφουμε στο αποπνικτικά γεμάτο Rodeo που φιλοξενεί τους Melvins επί σκηνής ( κάποιοι λένε ότι τους είδανε, οι περισσότεροι μόνο τους άκουσαν). Let me roll it. Πολύτιμη στιγμή και προσπαθώ να τη ζήσω όσο πιο έντονα γίνεται. Το τραγούδι, χωρίς πολλές παρεκλίσεις από την αυθεντική εκτέλεση, λίγο πιο αργό και αρκετά πιο βαρύ βέβαια, μας το προσφέρουν κλείνοντας μας το μάτι. Το έχουν αυτό οι Melvins, συνομωτούν με τον ακροατή, σαν τις σιχαμένες ιστορίες που μπορεί να ανταλλάξει μια αντροπαρέα, και προφανώς δεν θα ήθελε να ακουστεί παραέξω. Αυτά τα πράγματα είναι μόνο για εμάς που ξέρουμε και κατανοούμε. Gluey porch treatments για πάντα δηλαδή.
Η εκτέλεση αυτή δεν είναι από το αθηναϊκό live:

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Big Business - Quadruple Single EP (2011)

Τη συγκεκριμένη κυκλοφορία την είχα κλάσει λιγάκι. Δεν ξέρω γιατί. Τους Big Business τους θεωρώ από τις πιο πωρωτικές και εξελίξιμες μπάντες στο χώρο του heavy/stoner/sludge χώρου, οπότε μάλλον απλά έτυχε και δεν την είχα ακούσει. Κάλλιο αργά παρά ποτέ όμως.

Το παρόν EP αποτελεί φυσική συνέχεια του καταπληκτικού "Mind the Drift" που βγήκε πριν 3 χρόνια. Πλέον είναι τετράδα αφού προστέθηκε στο line-up και ο κιθαρίστας Scott Martin και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παίρνει μεγαλύτερο όγκο ο ήχος τους.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι τα παλικάρια δεν αναμασάνε παλιές ιδέες αλλά καταφέρνουν και δημιουργούν, για άλλη μια φορά, ένα κολάζ επιθετικής και άκρως πωρωτικής μουσικής, απαρτιζόμενο από 4 δυναμίτες. Μοναδικό αρνητικό θα έλεγα ότι είναι μόνο η διάρκεια που μετά βίας αγγίζει τα 18 λεπτά. Και όταν μιλάμε για τους Big Business, ναι 18 λεπτά είναι λίγα.

Τουλάχιστον υπάρχει αυτό το Guns, που όπως επισημαίνει με πολύ εμφατικό τρόπο και ο Jared Warren (φωνητικά, μπάσο) "Guns are better than anything else".
Ποιος είμαι εγώ που θα διαφωνήσω;

http://bigbigbusiness.com/

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Sinucidal: Melvins/Lustmord - Pigs of the Roman Empire (2004)

Sinucidal: 1 2 3 4

Κατά αστείο τρόπο, είχα ακούσει Lustmord από πολύ πριν ακούσω Melvins - για την ακρίβεια πολύ πριν ακούσω ακόμα και τα πρώτα "εκτος μέταλ" ακούσματα. Όντας τότε πωρωμένος με το Strange, ξεφύλλιζα αλληλογραφίες και κάποιος όσο πειραγμένος όσο εγώ πλέον, μιλούσε περί dark ambient, Lustmord, Raison d' être, Hecate κοκ. Αφού τότε στο Kazaa (!) κατέβασα 3 - 4 κομματάκια και τα άκουσα, τα άφησα θαμμένα κάπου στον υπολογιστή μου και τα ξέχασα για καιρό. (Τα κομμάτια επίσης, τότε είχαν αποτελέσει το soundtrack για το πιο επιτυχημένο και τρομακτικό DnD Session με setting στο Ravenloft που έχω ζήσει. Αν ακούσετε το Black Star θα καταλάβετε γιατί.)

O Lustmord είναι στην ουσία από τους πρώτους αν όχι ο πρώτος που έπαιξε dark ambient: Συνδυάζοντας field recordings από νεκροταφεία, κρύπτες και υπόγεια με χρήση θιβετιανών πνευστών (tibetan horn), synthesizers και άλλων τεχνικών και οργάνων, κινήθηκε από την αρχή δημιουργώντας θεοσκότεινα ηχοτόπια σε συχνότητες που παίζουν μεταξύ υπόηχων και χαμηλών συχνοτήτων. Και το εντυπωσιακό είναι οτι τα κομμάτια δεν είναι το ίδιο πράγμα αναμασημένο. Αν σκεφτεί κανείς οτι έχει βγάλει πάνω από 30 δίσκους, κάνοντας και remix για Tool, Puscifer, Isis, Jarboe, Venetian Snares ο τύπος έχει μπόλικη δημιουργικότητα. Οι ήχοι της κόλασης είναι αστείρευτοι.

Από την άλλη, οι Melvins... Χμ. Οι Melvins είναι απλά θεοί. Δεν ξέρω τι να πω. Ξεκινώντας από τo υπεραργό (ειδικά για την εποχή του) Boris από το Bullhead, όρισαν την ύπαρξη του sludge και δίνοντας ώθηση στη stoner και ακόμα και την grunge, συνεχίζοντας με την "τριλογία" αριστούργημα Houdini - Stoner Witch - Stag και καταλήγοντας στα 00's με τη συνεργασία με Lustmord και με την πρόσληψη των Big Business σαν το rhythm section τους (καταλήγοντας με δύο drummers), μιλάμε για ένα συγκρότημα που απλά δεν το ενδιέφεραν ταμπέλες, δισκογραφικές, απήχηση, το αν ήταν πειραματικό ή όχι αυτό που ήθελε να κάνει. Απλά έμπαινε στο στούντιο, έγραφε, η αφάνα του King Buzzo έγνεφε καταφατικά και έβγαιναν να παίξουν λάηβ. Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια και ανοιχτομυαλιά οδηγεί σε έναν tribute δίσκο που κάνουν συγκροτήματα όσο πολυσχιδή όσο στο We Reach. Ακριβώς αυτή η ειλικρίνεια και ανοιχτομυαλιά είναι που καταλήγει να οδηγήσει ένα συγκρότημα να έχει τέτοια επιρροή και σημασία και που τελικά, καταλήγει να βγάζει πειραματισμούς όπως το Pigs of the Roman Empire.


Ωστόσο, ακόμα και δύο τόσο θεμελιώδη μουσικά projects, όντας τόσο διαφορετικά μεταξύ τους ρισκάρουν με μια κοινή δημιουργία - νομίζω είναι φυσικό όταν συναντιούνται δύο άκρα να δημιουργούν και δύο άκρα: Ή το άλμπουμ να είναι κάτι φοβερό ή κάτι αισχρό. Στο σύμπαν λοιπόν που διασχίζουμε, είμαι αρκετά ευτυχισμένος να πω οτι το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο. Αυτός ο δίσκος ξετινάζει. Σε παίρνει από τον λαιμό, σε τραβάει στην άβυσσο, και κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι που δημιουργεί ο Lustmord αντηχούν οι αργόσυρτοι και ογκώδεις ρυθμοί των εγχόρδων, και τα παραμορφωμένα drums του Crover. Όλα αυτά καπακωμένα με ηλεκτρονικά περάσματα και επεξεργασίες του Lustmord.

Ο δίσκος ξεκινάει με δύο κομμάτια που στην ουσία είναι εναλλάξ δουλειά του καθένα. ΙΙΙ - ο Lustmord κάνει την εισαγωγή με την κλασσική του subsonic παλέτα, η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει (ω! και όμως, ακούγονται πρίμα!) και δίνει το έναυσμα για να μπει το ανίερο The Bloated Pope. Σφαγή. Melvins στα βαριά και στα καλύτερα. Μόνο αυτοί νομίζω θα κατάφερναν να βάλουν τα γελοία φωνητικά του 1.36 σε αυτό το κομμάτι και να μην είναι εκτός κλίματος, αλλά να ακούγονται και γαμηστερά. Χαλί για να μπει ξανά η φωνάρα του Buzz.

Το Toadi Acceleratio είναι υπέροχο κομμάτι, τα tabla δίνουν καταπληκτική αίσθηση, τα υπόκωφα τσιριχτά της κιθάρας και των ηλεκτρονικών είναι στην ουσία η πρώτη απόλυτη συμβίωση των δύο συγκροτημάτων. ΑΛΛΑ. Υπάρχει ένα πρόβλημα. Βρίσκεται πριν το Pigs of the Roman Empire.

Ακόμα και αν ο δίσκος αποτελούταν μόνο από το ομώνυμο κομμάτι, θα μιλούσαμε για αριστούργημα. 22:36 από ένα πράγμα που σε πνίγει, σε ξαναβγάζει απ' το σκοτάδι, σου ταΐζει τα μονολιθικά drones των Melvins, σε ξαναφτύνει στη δρακουλίλα του Lustmord και επαναλαμβάνει τη διαδικασία όσες φορές χρειάζεται μέχρι να βρεθείς εκτός τόπου και χρόνου, να περάσεις από την industrial παραμόρφωση και τελικά να μπει οριστικά στο γνώριμο, sludge μονοπάτι των Buzz, Crover, Rutmanis (παρεπιπτόντως, στο άλμπουμ συμμετέχει και ο Adam Jones), με τα εφιαλτικά παράφωνα effects να κάνουν κύκλους γύρω τους ολοκληρώνοντας αυτό το τείχος ήχου.

Για μένα αυτός ο δίσκος δεν γίνεται να ακουστεί με το Pigs στη μέση. Εγώ τουλάχιστον το βάζω τελευταίο, απλά και μόνο επειδή με αφήνει ανήμπορο να παρακολουθήσω το υπόλοιπο άλμπουμ. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει οτι τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου είναι υποδεέστερα ή μέτρια. Και τα 4 υπόλοιπα κομμάτια έχουν να προσφέρουν με το παραπάνω, συνεχίζοντας την ατμόσφαιρα που ανοίγουν τα πρώτα κομμάτια. Το φρικαρισμένο white noise του Pink Bat, το delayed "drum solo" του ΖΖΖΖ Best, το σχεδόν Metallica (θου κύριε...) μπάσιμο του Safety Third και το outro του Lustmord με το Idolatrous Apostate.

Εν τέλει, νομίζω οτι αυτός ο δίσκος είναι άλλη μια απόδειξη οτι α) Τα 00's έβγαλαν πολύ πράγμα και β) όταν έχεις ανθρώπους με ιδέες και αρχίδια δεν υπάρχει το "όλα έχουν παιχτεί". Δεν ισχυρίζομαι οτι έπαιξαν κάτι μουσικά καινούριο: Ωστόσο, και άσχετα με το οτι είναι καταπληκτικό συνθετικά, ό,τι παίζουν ακούγεται φρέσκο, ετοιμοπόλεμο, μη τετριμμένο. Χωρίς αναμασήματα ή πειραματισμός για τον πειραματισμό επειδή ας πούμε δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε. Αυτό είναι και που πάντα με αφήνει εντυπωσιασμένο από τέτοιες συνεργασίες - ο βαθμός της σύμπτυξης. Το πόσο αρμονικά και αυθόρμητα καταφέρνουν όχι μόνο να ακούγονται ταυτόχρονα τα ηλεκτρονικά του Brian "Lustmord", αλλά ακόμα περισσότερο το πόσο φυσικές είναι οι αλλαγές και οι μεταβάσεις από dark ambient σε κάτι τσιτωμένο και ηλεκτρικό, και ανάποδα. Αυτό άλλωστε, νομίζω είναι και η ουσία τέτοιων συνεργασιών και εκεί που πραγματικά φαίνεται πόσο ικανοί μουσικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Το πώς και πού θα βρεθούν τα στοιχεία των δύο πλευρών, η περιοχή που συναντιούνται τα δύο σύνολα. Το ποιό θα είναι το αποτέλεσμα μιας συνέλιξης, και όχι απλά μιας παράλληλης ύπαρξης και των δύο.



Pigs of The Roman Empire
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...