Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Ενός Ζόμπι μύρια έπονται

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξύπναω με ένα δυνατό ταρακούνημα. «Γαμώτο, πρέπει να με νάρκωσαν!» σκέφτηκα καθώς ένιωθα τα χείλη μου μουδιασμένα αλλά και την όραση μου να είναι θολή. Κοίταξα λίγο καλύτερα τριγύρω μου και αντιλήφθηκα πως βρισκόμουνα σε κάποιου είδος κινούμενο όχημα. Αυτό ήταν! Βρισκόμουνα σε αστικό λεωφορείο, όμως όσο και να κοίταγα έξω από τα παράθυρα δεν μπορούσα να δώ κάτι το γνώριμο για να αναγνωρίσω σε ποιά γραμμή με έιχαν πετάξει οι απαγωγείς μου. Κάτι μου έλεγε όμως πως έπρεπε να δράσω γρήγορα πριν φτάσω στο ‘τέλος’ της διαδρομής.

Ψηλαφίζοντας τη πλάτη μου, για να ελέγξω αν τα νεφρά μου είναι στην θέση τους (ποτέ δεν ξέρεις), ξεκίνησα να κινούμαι πος τον οδηγό. Κάποιος πρέπει να το οδηγεί αυτό το ρημάδι. Πριν προλάβω όμως να κάνω το δεύτερο βήμα, ένιωσα την απότομη αδράνεια της επιβράδυνσης να με πετάει πάνω στην πρώτη κολώνα που βρέθηκε μπροστά μου. Ο επόμενος ήχος που άκουσα ήταν αυτός της αυτόματης πόρτας να ανοίγει και σηκώνοντας αργά το βλέμμα μου, είδα πολύ κόσμο να ανεβαίνει με αργό βήμα. Πρώτα παρατήρησα πως όλοι τους φαίνονται να έχουν λερωμένα παπούτσια και σκισμένο παντελόνι, και ένας συγκεκριμμένος τύπος που αγκομαχούσε να επιβιβαστεί κρατώντας την χειρολαβή είχε κομμένο το δεξί του πόδι, απο το γόνατο και κάτω, με τις σάρκες να κρέμμονται ακόμα αλλά και ένα κομμάτι από το οστό του να εξέχει σπασμένο. «Τι σκατά» είπα, και τότε ακριβώς είναι που, κοιτώντας κατάματα το πλήθος μπροστά μου, ψέλλισα δυο μόνο συλλαβές «Ζό-μπι»

Διάλεμμα για διαφημίσεις

«Ζόμπι». Ναι αυτή ήταν η λέξη που άρθρωσα, για να το πιστέψω και εγώ ο ίδιος. Και δεν παίζει να κάνω λάθος, αναγνωρίζω ένα ζόμπι όταν το δω. Οι τρίχες κατα μήκος της ραχοκοκαλιάς μου σηκώθηκαν μονομιάς και τα πόδια μου κόπηκαν. Με πλησίαζαν, αργά αλλά σταθερά, με παρατεταμένα χέρια. Μπροστάρης τους ήταν ένα πλάσμα που φορούσε παλ κίτρινο κοντομάνικο πουκάμισο, με την ταυτότητα του να διαγράφεται μέσα απο την τσέπη στο στήθος του, τραγιάσκα στο κεφάλι και με την μαγκούρα του ακομά στο δεξί χέρι. Συνταξιούχος ο κακομοίρης, που να ήξερε τι του είχε σχεδιασμένο η μοίρα για τα γεράμματα, αλλά να μου για αυτόν, το θέμα ήταν τι είχε σχεδιασμένο για εμένα, καθώς κρίνοντας απο την θέση μου εκείνη την στιγμή, δεν μου φαινόνταν πως είχα πολλά ψωμιά ακόμα.

Αυτό που τράβηξε το βλέμμα μου όμως στο ζόμπι-παππού ήταν ένα μικρό μπλε χαρτάκι που κράταγε στο αριστερό του χέρι. Κάτι μου θύμιζε αλλά εκείνη την στιγμή δεν μπορούσα με τίποτα να χρησιμοποιήσω τη λογική. Το λεωφορείο ήταν πλέον ασφυκτικά γεμάτο και η πόρτα έκλεισε με ένα μάτσο από δάυτα να έχουν μείνει ακόμα απέξω χτυπώντας την πόρτα και τα τζάμια βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Τότε ήταν που άκουσα το ζόμπι-παππού να ξεστομίζει μια πρόταση μόνο : «Θα κάνεις πιο πέρα ρε να χτυπήσουμε κανά εισητήριο?»

Οκ, την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να μην ξυπνήσω την τελευταία στιγμή για την δουλειά, ή τουλάχιστον να περιορίσω τις σπλατεριες. Οπως και να έχει, το συγκεκριμένο κείμενο δεν έχει μουσικό ενδιαφέρον αλλά ας μας κάνει όλους να αναρωτηθούμε κατα πόσο είμαστε έτοιμοι για την αποκάλυψη των ζόμπι. Εγώ ξέρω πως είμαι, πάντως. Αν εσείς δεν νιώθετε έτοιμοι ακόμα υπάρχουν κάποιες πολύ σοβαρές πηγές από όπου μπορείτε να ενημερωθήτε. Το συγκεκριμένο site έχει κανόνες επιβίωσης σε πραγματικές συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, οπότε το κείμενο που αναφέρεται στο πως να επιβιώσουμε απο ζόμπι αποκτά άλλη βαρύτητα. Κλείνοντας να κάνω μία μικρή επισήμανση: Εάν, κατά Romero, τα ζόμπι συχνάζουν στα εμπορικά κέντρα γιατί τους έχει απομείνει μόνο το καταναλωτικό ένστικτο, στην Ελλάδα χώροι υψηλού κινδύνου θα πρέπει να θεωρούνται περιοχές όπως Γκάζι, Ψυρρή, Κολωνάκι και γενικά όπου υπάρχουν πάνω από 5 καφετέριες. Πρώτα η ψυχή και μετά το χούι που λένε.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...