Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Αφιέρωμα The Mars Volta μέρος 1ο: Από τους At-the Drive in μέχρι τους TMV σήμερα

Με αφορμή την επερχόμενη κυκλοφορία των The Mars Volta, "Noctourniquet", θα κάνω ένα αφιέρωμα που για πολύ καιρό τώρα γύριζα στο μυαλό μου - επειδή τους λατρεύω, επειδή είτε αρέσουν είτε όχι παραμένουν ένας ιδιαίτερος και σημαντικός σταθμός των 00's, επειδή αποτελούν σταυροδρόμι μουσικών, συνεργασιών και επιρροών και επειδή κατά τη γνώμη μου μιλάμε για έναν κιθαρίστα που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους και θεωρώ πλέον οτι αφήνοντας το στίγμα του σίγουρα θα συζητιέται στο μέλλον, ως κορυφαίος της εποχής του - είτε τελικά γίνει ευρέως γνωστός είτε όχι.

Το αφιέρωμα αυτό θα αποτελέσουν 4 μέρη: ένα διπλό Καρακλάσσικ (το μηνιαίο μας review για έναν κλασσικό δίσκο), ένα Sinucidal (τα δικά μου σποραδικά review για δίσκους που με ταρακούνησαν με κάποιον τρόπο), μια αναδρομή στη μουσική πορεία των δύο ατόμων που αποτελούν τον πυρήνα και την καρδιά των TMV καθώς και το review του καινούριου δίσκου. Ελπίζω να τα απολαύσετε.


At the Drive-In (1993 - 2001, 2012)

Το 1993 δημιουργούνται στο El Paso του Texas οι At the Drive-In. Δημιουργημένοι από τον κιθαρίστα Jim Ward και τον Cedric Bixler-Zavala στη φωνή, περνάνε από κάμποσες αλλαγές στο line-up με τη βασικότερη που θα μας απασχολήσει τον Omar Rodriguez-Lopez, αρχικά στο μπάσο και έπειτα στην κιθάρα. Πολύ γρήγορα αποκτούν φήμη στην underground μέσω των εκτενών tour που κάνουν λόγω των υπερκινητικών και ΑΑΑΑΑΑΑ εμφανίσεών τους. Η μορφή που καταλήγουν το 1998 με τον δίσκο In/Casino/Out είναι και αυτή με την οποία άφησαν τη βασικότερη μουσική τους κληρονομιά.

Μουσικά μιλώντας αντλήσαν έναν σεβαστό αριθμό επιρροών με βασικότερη ίσως τους Fugazi και αυτή ακριβώς τη σχολή της post-hardcore λογικής, με τα ημιφάλτσα τραγουδιστά/φωναχτά φωνητικά, πειραματικά περάσματα και δυσαρμονικές μελωδίες που συνδυάζουν την early 90's άποψη των Sonic Youth ή των My Bloody Valentine και μπολιάζοντάς την με γερές δόσεις ξεσπασμάτων από συγκροτήματα όπως Black Flag ή της πρώτης emo-core σκηνής του 80/90 όπως οι Sunny Day Real Estate. Όλα αυτά τα φίλτραραν στο δικό τους ιδιαίτερο ύφος με αποτέλεσμα τη δημιουργία 3 δίσκων οι 2 εκ των οποίων με αποκορύφωμα τον τελευταίο τους, Relationship of Command το 2000 συνέβαλλαν με το παραπάνω στην μουσική εξέλιξη διαφόρων σκηνών - ιδίως της 00's post-hardcore και της emo-core.

Η σκηνική παρουσία τους είναι κάτι που άφησε επίσης ουκ ολίγους άναυδους και βασικά αυτό είναι που τους εγκαθίδρυσε τόσο ψηλά. Χαρακτηριστικό είναι το βίντεο από την εμφάνιση στο Αυστραλιανό Big Day Out του '01. Είτε μιλάμε για τις αναφορές σε αυτούς από τις υπόλοιπες μπάντες στην αρχική συνέντευξη, είτε για την έκρηξη χορού με το που μπαίνει πρώτο κομμάτι, Arcarsenal (quiz: μαντέψτε ποιοί είναι οι δύο The Mars Volta), είτε για το περιστατικό με το κράξιμο του moshing και το μετέπειτα ατύχημα του κοινού από αυτό την ίδια μέρα, καταγράφτηκε έστω για τα 10 λεπτά της εμφάνισής τους ένα μεγάλο συγκρότημα στο απόγειό του:


Την ίδια χρονιά λόγω προσωπικών και καλλιτεχνικών διαφορών, ναρκωτικών καθώς και του βάρους της δημοσιότητας διαλύονται, όπως θα αποδεικνυόταν ουσιαστικά για πάντα*.
Η διάλυση αυτή γέννησε δύο συγκροτήματα. Οι μισοί πήραν το όνομα Sparta και οι δύο αφανοφορείς έγιναν οι De Facto (όχι αυτοί που διαφήμιζε το Alter τα καλοκαίρια).

*Παρ' όλο που η επανένωσή τους παίρνει σάρκα και οστά φέτος στο Coachella Festival στην Αμερική το οποίο σαφώς και έχει προκαλέσει μεγάλο σαματά, οι ίδιοι έχουν δηλώσει πως είναι reunion που δεν θα καρποφορήσει καινούρια κυκλοφορία (και απ' όσο φαίνεται μάλλον ούτε και tour) και γίνεται για λεφτά γκουχ για "νοσταλγικούς λόγους".


The Mars Vota (2002 - ...)
De-Loused in the Comatorium & Frances The Mute (2002 - 2005)
Οι De Facto, όντας μια μάλλον μεταβατική περίοδος για τους δύο μουσικούς δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Υπήρξαν όμως σημαντικό βήμα διότι μέσα από αυτούς εκκολάφθηκαν τα πρώτα κομμάτια και αποσπάσματα που σιγά σιγά θα αποτελούσαν τις βάσεις για τις συνθέσεις του EP Tremulant και του μεγαλειώδους De-Loused in the Comatorium.

De-Loused in the Comatorium
Με ένα πραγματικά εντυπωσιακό σύνολο μουσικών και συντελεστών (Flea και Frusciante των Red Hot Chili Peppers, Jon Theodore στα τύμπανα, Rick Rubin στην παραγωγή) δημιουργούν ένα καρακλάσσικ: De-Loused in the Comatorium (2003). Αποχωρώντας πλήρως από τις παλιές τους post-hardcore ρίζες δημιουργούν ένα απόλυτα σύγχρονο, ιλλιγιώδες, μελωδικό και ταυτόχρονα αρκούντως πειραματικό οικοδόμημα που ο χαρακτηρισμός "progressive" είναι ταυτόχρονα ελλειπής και υπεραρκετός. Τι εννοώ: Αν κανείς λέγοντας "progressive" έχει στο μυαλό του έναν κύκλο από συγκροτήματα όπως Yes, Genesis, Rush, Fates Warning ή ακόμα και Dream Theater - είναι μάλλον ένα πεπαλαιωμένο και στενό κουτί. Αν όμως πάρει κανείς τον όρο progressive με την ευρεία έννοια που μπορεί να συνδυάσει σε ένα κομμάτι ψυχεδέλεια, latin, noise, pop και όλα αυτά να τα πετάξει σε έναν φρενήρη ρυθμό με παθιασμένα και απίστευτα κολληματικά φωνητικά - ναι, τότε μπορεί να έχει μια πολύ πιο κοντινή άποψη τι θα πει Mars Volta.

Περισσότερα για το ποιόν του De-Loused θα αναλυθούν στο καρακλάσσικ. Γενικότερα μιλώντας, η πορεία από εδώ και πέρα μπορεί να περιγραφτεί υπέροχα με τη λέξη καμμένο. Οι δίσκοι γίνονται όλο και πιο παρανοϊκοί (τουλάχιστον στα αυτιά μου) και δοκιμάζουν όλο και περισσότερο τα όρια του ακροατή. Αν το Cicatriz ESP ή το Roulette Dares (The Haunt of) φαίνεται βαριούτσικα και περίπλοκα τότε τα απροσδιόριστα soundscapes του Frances the Mute ή το 16λεπτο Tetragrammaton του Amputechture αποτελούν ογκόλιθους. Το αν αυτοί είναι μουσικές εκρήξεις απίστευτου περιεχομένου ή απλά κατεστραμμένη μουσική επαφίεται εν μέρει για τον ακροατή - ωστόσο δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει κανείς την απίστευτη μουσικότητα και τεχνική κατάρτιση του συγκροτήματος. Ειδικά από την εγκαθίδρυση ενός (ο θεός να το κάνει) σταθερού live line-up με μπασίστα τον Juan Alderete και πληκτρά τον Ikey Owens η ζωντανή απόδοση του συγκροτήματος δεν έχει όρια. Μισό όμως να επιστρέψω λίγο στην ιστορία και συνεχίζω την πιο υποκειμενική κουβέντα.

Frances the Mute
Ακολουθεί το Frances the Mute (2005), για αρκετούς ο καλύτερος δίσκος των TMV από θέμα ισορροπιών και κομματιών. Όντας ακόμα πιο πειραματικός από τον προηγούμενο παρουσιάζει ταυτόχρονα μερικές από τις καλύτερες συνθέσεις των κυρίων έβερ. Από το έπος L'via l'viaquez που έγινε και σινγκλάκι (το πώς κατάφεραν να κάνουν βέβαια σινγκλάκι από 12λεπτο κομμάτι, έστω και κομμένο μόνο αυτοί ξέρουν), μέχρι το τερατώδες Cassandra Gemini και το Miranda that Ghost Just Isn't Holy Anymore ακούγονται από σύνολα βιολιών και τρομπετών μέχρι σόλα τρομπέτας του Flea και όλα αυτά μπλέκονται για να σαπίσουν σε ήχους αποσύνθεσης και ηλεκτρονικών ambient μινιμαλισμών. Το χειρότερο είναι οτι κολλάνε σε σημείο που δεν τα παρατηρείς - νομίζω αυτός ο δίσκος σε αναγκάζει να αποκολληθείς απο όλα όσα προσέχεις σε ένα "κανονικό" άλμπουμ και να λιώσεις στην ψυχεδέλεια και στους απροσδιόριστους νοσηρούς στίχους του Zavala.

Όπως ανέφερα, η πρόσθεση μερικών εκπληκτικών μουσικών στο line up του σχήματος σίγουρα αποτέλεσε ένα βασικό βήμα στον ήχο τόσο ζωντανά όσο και στο studio. Όμως αυτό δεν σημαίνει καλώς ή κακώς οτι οι μουσικοί έχουν ιδιαίτερο λόγο στις συνθέσεις. Επανειλλημένα σε συνεντέυξεις ο Omar Rodriguez-Lopez έχει αναφέρει οτι είχε μέχρι πρόσφατα έναν αρκετά Zappaικό τρόπο λειτουργίας: Κατ' αρχάς συνθέτει τα πάντα και έχει στο μυαλό του το τι θα ακουστεί. Έπειτα δίνει στους μουσικούς μικρά κομμάτια και riff που προετοιμάζουν ελάχιστη ώρα πριν ηχογραφήσουν, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα αν αυτό θα είναι από εισαγωγή, έξοδο, ρεφραίν ή ακόμα και από ποιό κομμάτι θα είναι - απλά τους λέει "φαντάσου οτι αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που θα παίξεις στην μπάντα και παίξτο". Κάποιες κιθάρες τις έβαζε να τις παίζει ο Frusciante (μόνιμο μέλος στο στούντιο μέχρι το Octahedron) και να τις ηχογραφεί ώστε να ακούσει από άλλον κιθαρίστα πώς ακουγόντουσαν οι γραμμές που έγραψε για τον εαυτό του "πιο αντικειμενικά". Ουσιαστικά δηλαδή, οι μουσικοί του ακούνε το αποτέλεσμα και τα μέρη τους στο σύνολο μόνο όταν πια ο δίσκος είναι τελειωμένος στο mastering!

Προφανώς, όλα αυτά κάνουν και το συγκρότημα τόσο ως σύνολο όσο και ως άτομα μια αρκετά στρυφνή ασχολία το οποίο ουκ ολίγες φορές έχει αποτελέσει και σημείο αντιπαραθέσεων. Κάπως έτσι γίνεται και η πρώτη μεγάλη αποχώρηση από το συγκρότημα - ο Jon Theodore.

Amputechture - Bedlam in Goliath (2006 - 2008)
Amputechture
Η αισθητική μετάπτωση του Frances the Mute ήταν το πρώτο δείγμα οτι όχι μόνο δεν ήταν ακραίο το De-Loused, αλλά αποτελούσε την άκρη του παγόβουνου για την αρρώστια που μπορούν να βγάλουν οι TMV - και αυτή ακόμα ντυμένη από τόσο πιασάρικα κομμάτια, φωνητικά και στιγμές που παραμένουν σχεδόν εύπεπτα, όσο πατάει δηλαδή η γάτα. Το Amputechture (2006) και αυτό πάει ένα βήμα παραπέρα. Συνεχίζοντας την παρουσία των χάλκινων πνευστών που είχε το Frances την μετασχηματίζει από πένθιμες ακολουθίες τρομπετών σε free jazz περάσματα alto σαξοφώνων, μια "παραφωνία" λογικής Ornette Coleman συνοδευόμενη από τα σχιζοφρενή ανεβοκατεβάσματα κλιμάκων της κιθάρας, τα όπως πάντα παθιασμένα φωνητικά του Cedric και τα ως συνήθως καταπληκτικά drums του Jon Theodore - ο οποίος είχε προλάβει να ηχογραφήσει τον δίσκο πριν την αποχώρησή του. Η συμμετοχή του Frusciante συνεχίζεται και οι αντοχές του ακροατή δοκιμάζονται ακόμα περισσότερο - αν στο προηγούμενο οι διάρκειες των κομματιών οφειλόντουσαν κυρίως σε περίεργα ambient πεσίματα και αποδομήσεις εδώ το 16λεπτο Tetragrammaton και τα 11λεπτα Meccamputechture και Day of the Baphomets είναι μασίφ prog τερατουργήματα που βρωμάνε τρολλάρισμα και υπέροχα εκνευριστικά και κολλητικά φωνητικά. "Επειδή μπορούν".

The Bedlam in Goliath
Αφού για ελάχιστο διάστημα χρησιμοποιείται ο πάλαι πότε αρχικός drummer του συγκροτήματος, Blake Fleming, βρίσκεται ο drummer-θαύμα Thomas Pridgen. Τάχιστα ηχογραφείται και ο επόμενος δίσκος - Bedlam in Goliath (2008), ωστόσο με τεράστια προβλήματα που δεν θα αναφερθώ εδώ εκτός του οτι επίσημα σύμφωνα με τους ίδιους συνέβησαν λόγω ενός Ouija board με το οποίο έπαιζαν (!). Αυτό είναι η δεύτερη ίσως "μεγάλη" στροφή του συγκροτήματος σε άλλους ήχους που έφερε κάποιο διχασμό σε κοινό. Εντάξει, όσο διχασμό και όσο στροφή μπορείς να πεις οτι κάνουν από έναν δίσκο σε έναν άλλο: Κάποια στοιχεία μένουν ίδια - φωνητικά όπως πάντα κολλητικά, κιθάρες μπλα μπλα μπλα. Αυτή τη φορά ωστόσο μια τεράστια μορφολογική μετάλλαξη εκτός των περιορισμένης γενικά διάρκειας κομματιών είναι τα τύμπανα. Πέραν του οτι ο δίσκος σε αφήνει σχεδόν λαχανιασμένο από τις ταχύτητές του η flat και φρενήρης αισθητική του Pridgen οδηγεί μέχρι και σε thrashοφέροντα μπασίματα το συγκρότημα (Ouroboros) μέχρι που προστίθενται μαράκες, κρουστά, πλήκτρα και τέλος πάντων ξαναγίνεται Mars Volta το όλο πανηγύρι. Για να δώσω μια εικόνα τι εννοώ φρενήρες, θα πω για την πρώτη φορά που έβαλα τον δίσκο σε έναν φίλο μου. Είχα πάει περιχαρής με το φρεσκοαγορασμένο βινύλιο - έχοντας ωστόσο ακούσει τον δίσκο πιο πριν. Με το που βάζω το Aberinkula με κοιτάει περίεργα και μου κάνει "είσαι σίγουρος οτι είναι στη σωστή ταχύτητα? μήπως είναι στις 33 στροφές?". Και ομολογουμένως είναι τόσο high pitched τα φωνητικά σε αυτό το κομμάτι (ασχολίαστο το βίντεο) που αν δεν το είχα ακούσει στάνταρ θα το έβαζα σε χαμηλότερες στροφές. Επίσης θεϊκή ατάκα περί των drums είχε πέσει σε review του δίσκου: "I swear that Wax Simulacra has a funk rhythm to it, but drummer Thomas Pridgen doesn't seem to agree".

 Octahedron και αναχώρηση του Thomas Pridgen (2009 - 2010)
Octahedron
Αφού ακολούθησαν μερικές ιδιαίτερα πετυχημένες περιοδείες, στις οποίες εδραιώθηκε λίγο πολύ ο Pridgen και έκλεψε ουκ ολίγες καρδιές (παναγιά μου τι ήταν αυτή η εμφάνιση με Omar στο An) οι TMV ανακοίνωσαν ένα εντός εισαγωγικών ακουστικό δίσκο, εννοώντας "ήρεμο".

Καλά εδώ εφ' όσον ο δίσκος περιείχε κομματάτζες όπως το The Widow, Vermicide ή Televators. Έλα όμως που, τουλάχιστον στον δίσκο, εκτός 2 - 3 πολύ καλών γενικότερα επικρατεί μια μούχλα και μια κοιλιά που διαρκεί για κάμποση ώρα. Στα αυτιά μου πάντα. Εντάξει, οι TMV πιο ανθρώπινοι από ποτέ κτλ., είμαι πάντα υπέρ του να αλλάζει τον ήχο του ένα συγκρότημα αλλά κάπου όταν οι συνθέσεις δεν ακολουθούν, απογοητεύομαι. Και ούτε οι ενορχηστρώσεις αποτελούν κάτι ιδιαίτερο ή ενδιαφέρον. Και όσες ευκαιρίες και αν του 'δωσα προσωπικά δεν με έβγαλε ασπροπρόσωπο. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ο Pridgen εκδιώχθηκε από το συγκρότημα από τον Cedric, υποτιθέμενα από κάποια μάλλον ηλίθια αντιπαράθεση μεταξύ των δύο. Κάπως έτσι έδεσε το γλυκό και ακολούθησε ψιλοχαοτική περίοδος και μια γενική απογοήτευση από ουκ ολίγους για τα τεκταινόμενα.

Ταυτόχρονα συνέβησαν δύο πράγματα μάλλον ειρωνικά: Πρώτον, η κριτική αποθέωσε το άλμπουμ σχεδόν ομόφωνα. Δεύτερον, παρά την "αποτυχία" του καινούριου δίσκου ο Omar-Rodriguez συνέχιζε να βγάζει ένα τεράστιας ποσότητας υλικό το οποίο παρ' όλο που αποτελεί 2 - 3 δίσκους κάθε χρόνο (!!!), για πολλούς και για μένα είναι τουλάχιστον εξαιρετικοί, ξεπερνώντας σε περιπτώσεις Mars Volta. Αναφορικά θα πω οτι από τους 6 (!!!!) δίσκους που κυκλοφόρησε το 2009, ο ένας είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ και θα μας απασχολήσει στο Sinucidal ("Cryptomnesia") ένω άλλος ένας επίσης με ενθουσίασε (Solar Gambling). To Xenophanes και αυτό είναι πολύ καλό, ενώ τους υπόλοιπους 3 απλά δεν έχω ακούσει ακόμα.
Εδώ δόθηκε και η πρώτη αναφορά σε κάτι που σκοπεύω να αναλύσω πολύ περισσότερο στο Sinucidal - και αυτό είναι η solo δισκογραφία του Omar Rodgriguez-Lopez στην οποία γίνεται ακόμα πιο φανερό αυτό που ανέφερα στην αρχή για τη σημασία του ως σύγχρονος κιθαρίστας.

Εν πάση περιπτώσει, η χρονιά αυτή και η επόμενη συνεχίζονται χωρίς τίποτα ιδιαίτερο, με το επόμενο άλμπουμ να μισοετοιμάζεται και με τον Omar να επικεντρώνεται σε tour του προσωπικού του σχήματος, το οποίο σημειωτέον αποτελείται από διάφορες παραλλαγές των ίδιων των Mars Volta (Juan Alderete, ο αδερφός του Lopez, Deantoni Parks, ακόμα και σε περιπτώσεις ο Cedric).

Noctourniquet και περί καινούριων κομματιών (2011 - 2012)


Noctourniquet
Ένα αξιοσημείωτο θέμα με τους Volta είναι πως σχεδόν ό,τι ακούγεται σε live ή σε δίσκους είναι στην καλύτερη περίπτωση 2 - 3 ετών παλιό, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις γράφτηκαν ακόμα και 5 - 6 χρόνια νωρίτερα. Αυτό τόσο λόγω καθυστερήσεων στις αλλαγές του line-up και αλλαγών στις ενορχηστρώσεις όσο και στην δυσκολία του Cedric σύμφωνα με τον ίδιο να βρει πολλές φορές φωνητικά και στίχους που να του ακούγονται καλοί.

Το ίδιο λοιπόν συνέβη και με τα κομμάτια του Noctourniquet. Ο δίσκος κυκλοφόρησε πριν μερικές μέρες (26/3) έπειτα από άπειρες καθυστερήσεις, μεταξύ άλλων και ολόκληρο άλλο δίσκο που ήταν να κυκλοφορήσουν και τελικά άφησαν για άλλη στιγμή. Μέχρι και πριν ένα μήνα, τα καινούρια κομμάτια είχαν ακουστεί μπόλικες φορές live και είχαν κυκλοφορήσει εκτενώς στο youtube, μερικά σε καταπληκτικές εκτελέσεις μεν, ολοένα και πιο αδιάφορες για μένα δε. Παρ' όλο που η προσθήκη του DeAntoni Parks στα τύμπανα είναι εγγύηση (αφού έχει παίξει στους πιο πολλούς προσωπικούς του Omar μέχρι τώρα) μεγάλη πικρία αποτέλεσε για μένα η ανακοίνωση της αποχώρησης και της μεγάλης μορφής Ikey Owens από τα πλήκτρα του Noctourniquet, μαζί με έλλειψη συμμετοχής απο Frusciante. Είπαμε, είμαι φανμπόης.

Συνηθισμένη βαρετή στιγμή σε live TMV
Θεωρώντας λοιπόν οτι ο δίσκος θα είναι ακόμα χειρότερος ξέχασα για λίγο το όλο ζήτημα - μέχρι που κυκλοφόρησαν ένα single και άλλο ένα κομμάτι (Malkin Jewel, Zed and Two Naughts) τα οποία προσωπικά μου έκαναν ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Οι TMV φαίνεται να έχουν γδύσει ολοκληρωτικά τα κομμάτια τους και να αρχίζουν να επανεφεύρουν αυτό που κάνουν σε κάτι πολύ πιο ωμό, μινιμαλιστικό, σχεδόν 70's (μια μικρή ας πούμε δόση από kraut rock). Ίσως αυτό είναι που δεν διακρινόταν στα youtube βιντεάκια - το οτι φανερά πλέον το ρίχνουν σε κάτι πολύ πιο απλό αλλά όχι απλοϊκό, ελεύθερο αλλά όχι αδόμητο. Αυτό τονίζω είναι το τι καταλαβαίνω από δύο κομμάτια. Ωστόσο όπως πολλές φορές στο παρελθόν δεν θέλω να κρίνω από 2 κομμάτια έναν ολόκληρο δίσκο, πολύ περισσότερο από τέτοιο συγκρότημα. Για την ώρα, κλείνω το 1ο μέρος του αφιερώματος με  την ανανεωμένη ελπίδα για κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που περίμενα μέχρι πρόσφατα και με την υπόσχεση να κλείσω το αφιέρωμα ολοκληρωτικά με το review του Noctourniquet. Για καινούριους ήχους και καινούριες εποχές λοιπόν.

1 Say something...:

Azarak] είπε...

Αν οι At the drive-in είναι έρωτας, oι Mars Volta είναι αγάπη.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...